Όταν η φήμη γίνεται ταυτότητα
Πώς οι ταμπέλες, τα σχόλια και η κοινωνική μνήμη
κρατούν ανθρώπους στο περιθώριο
Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν κανόνες γραμμένοι και κανόνες άγραφοι. Οι πρώτοι
ορίζονται από θεσμούς, νόμους και διαδικασίες. Οι δεύτεροι ζουν μέσα στις
συνήθειες, στα βλέμματα, στις μικρές καθημερινές φράσεις που μοιάζουν ακίνδυνες
αλλά καθορίζουν βαθιά το ποιος θεωρείται «κανονικός», ποιος «χωράει» και ποιος
μένει διαρκώς υπό παρατήρηση. Στις μικρές κοινωνίες, αυτοί οι άγραφοι κανόνες
έχουν συχνά μεγαλύτερη δύναμη από οποιονδήποτε επίσημο κανόνα. Κι εκεί ακριβώς
γεννιέται ένα από τα πιο σιωπηλά αλλά πιο επίμονα εμπόδια για την ένταξη: η
ταμπέλα.
Η ταμπέλα δεν είναι απλώς μια λέξη. Είναι ένας τρόπος να περιορίζεται ένας
άνθρωπος σε ένα μόνο χαρακτηριστικό, σε ένα περιστατικό, σε μια φήμη, σε μια
εικόνα που κυκλοφορεί πιο γρήγορα από την αλήθεια του. Είναι η στιγμή που η
κοινωνία σταματά να βλέπει πρόσωπα και αρχίζει να βλέπει «τον διαφορετικό»,
«τον περίεργο», «το παιδί που δεν ταιριάζει», «αυτόν που κάτι έχει», «αυτήν που
δεν είναι σαν τις άλλες». Και από τη στιγμή που μια τέτοια ετικέτα κολλήσει
πάνω σε κάποιον, η καθημερινότητά του παύει να είναι ουδέτερη. Κάθε του κίνηση
ερμηνεύεται μέσα από αυτήν. Κάθε του προσπάθεια να υπάρξει αλλιώς σκοντάφτει πάνω
σε μια προκατασκευασμένη εικόνα.
Στις μεγάλες πόλεις, ένας άνθρωπος έχει συχνά τη δυνατότητα να χαθεί μέσα
στο πλήθος, να αλλάξει κύκλους, να ξανασυστηθεί, να δοκιμάσει ξανά τον εαυτό
του χωρίς να κουβαλά διαρκώς το βάρος της κοινωνικής μνήμης. Στις μικρές
κοινωνίες, όμως, η μνήμη αυτή είναι πιο πυκνή και πιο ανθεκτική. Οι άνθρωποι
γνωρίζονται ή πιστεύουν ότι γνωρίζονται. Οι ιστορίες μεταφέρονται από στόμα σε
στόμα. Οι εντυπώσεις παγιώνονται εύκολα. Έτσι, ένα σχόλιο, μια φήμη, μια
ιδιαιτερότητα ή μια δύσκολη περίοδος μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη ταυτότητα.
Και τότε ο άνθρωπος δεν καλείται απλώς να ζήσει· καλείται να διαπραγματεύεται
διαρκώς το ποιος είναι απέναντι σε ένα περιβάλλον που νομίζει ότι τον έχει ήδη
ορίσει.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σκληρό για ανθρώπους που έτσι κι αλλιώς έχουν
λιγότερες ευκαιρίες ή βιώνουν τη διαφορά τους με τρόπο ορατό ή αόρατο. Για τον
νέο που μεγαλώνει με οικονομικές δυσκολίες και ακούει από νωρίς ότι «δεν είναι
για πολλά». Για το παιδί που δεν ακολουθεί τον συνηθισμένο τρόπο έκφρασης και
αντιμετωπίζεται σαν πρόβλημα πριν καν ακουστεί. Για τον άνθρωπο με αναπηρία που
τον αντιμετωπίζουν μόνο μέσα από αυτό που λείπει και όχι μέσα από όσα είναι.
Για εκείνον που κρύβει μια πλευρά της ταυτότητάς του, επειδή ξέρει ότι σε μια
μικρή κοινωνία το βλέμμα των άλλων μπορεί να γίνει ασφυκτικό. Σε όλες αυτές τις
περιπτώσεις, η ταμπέλα δεν περιγράφει απλώς μια συνθήκη. Τη βαθαίνει.
Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «σε ξέρω» και στο «σε έχω
καταλάβει». Οι μικρές κοινωνίες συχνά μπερδεύουν αυτά τα δύο. Επειδή υπάρχει
εγγύτητα, συγγένεια ή παλιά γνωριμία, δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι οι
άνθρωποι είναι διαφανείς και εύκολα αναγνώσιμοι. Όμως κανένας άνθρωπος δεν
εξαντλείται σε αυτό που φαίνεται ή σε αυτό που λέγεται γι’ αυτόν. Κανείς δεν είναι
μόνο η εξωτερική του εμφάνιση, το οικογενειακό του υπόβαθρο, η οικονομική του
κατάσταση, μια δυσκολία που πέρασε, μια φήμη που τον ακολούθησε ή ένα
χαρακτηριστικό που ενοχλεί την κοινωνική άνεση των άλλων. Όταν μια κοινότητα
ξεχνά αυτή την αλήθεια, παύει να λειτουργεί ως χώρος συνύπαρξης και
μετατρέπεται σε μηχανισμό διαρκούς κατάταξης.
Και ίσως εκεί βρίσκεται ένας από τους βαθύτερους λόγους για τους οποίους η
ένταξη δεν είναι ποτέ αυτονόητη. Δεν αρκεί να μη διώχνεις κάποιον ανοιχτά. Δεν
αρκεί να λες ότι «τον αποδέχεσαι». Η ουσιαστική ένταξη αρχίζει όταν ο άλλος δεν
χρειάζεται να αγωνίζεται καθημερινά για να ξεκολλήσει από την εικόνα που του
έχουν αποδώσει. Όταν δεν χρειάζεται να είναι μόνιμα προσεκτικός, μόνιμα
αμυντικός, μόνιμα καλύτερος από τους άλλους μόνο και μόνο για να του
αναγνωριστεί το δικαίωμα να ανήκει. Γιατί η ταμπέλα δεν λειτουργεί μόνο προς τα
έξω. Σιγά σιγά μπαίνει μέσα στον άνθρωπο. Γίνεται φόβος, σιωπή, εσωτερικευμένη
ντροπή, αυτοπεριορισμός. Και τότε ο αποκλεισμός δεν έρχεται μόνο από το
περιβάλλον αλλά και από τη σχέση που αρχίζει να χτίζει το άτομο με τον εαυτό
του.
Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για συμπερίληψη, οφείλουμε να κοιτάξουμε
με ειλικρίνεια αυτό το φαινόμενο. Πόσο εύκολα επαναλαμβάνουμε χαρακτηρισμούς
για ανθρώπους χωρίς να αναρωτιόμαστε τι βάρος κουβαλούν; Πόσο συχνά θεωρούμε μια φήμη αρκετή για να καταλάβουμε κάποιον; Πόσο
γρήγορα επιτρέπουμε σε μια κοινότητα να αποφασίζει ποιος είναι «δικός μας» και
ποιος παραμένει ύποπτος, αμφίβολος ή μόνιμα υπό αξιολόγηση; Η κοινωνική βία δεν
ασκείται μόνο με κραυγές. Ασκείται
και με τη σταθερή άρνηση να επιτρέψεις σε έναν άνθρωπο να αλλάξει, να
εξελιχθεί, να ξανασυστηθεί με τους δικούς του όρους.
Σε αυτό το σημείο η ενσυναίσθηση παύει να είναι μια ευγενική θεωρητική
έννοια και γίνεται κοινωνική ευθύνη. Ενσυναίσθηση δεν σημαίνει να λυπάσαι τον
άλλον από απόσταση. Σημαίνει να αναρωτιέσαι πώς είναι να ξυπνάς και να ξέρεις
ότι πριν ακόμη μιλήσεις κάποιοι έχουν ήδη αποφασίσει ποιος είσαι. Πώς είναι να
προσπαθείς να συμμετάσχεις σε μια ομάδα, ενώ έχει ήδη προηγηθεί η ερμηνεία σου
από τρίτους. Πώς είναι να κουβαλάς όχι μόνο τις δυσκολίες της ζωής σου, αλλά
και το βάρος της κοινωνικής ετικέτας που σε ακολουθεί παντού. Χωρίς αυτή τη
μετατόπιση του βλέμματος, η συζήτηση για διαφορετικότητα και ένταξη κινδυνεύει
να μείνει ρητορική.
Οι κοινότητες δεν αλλάζουν μόνο όταν θεσπίζουν κανόνες. Αλλάζουν όταν
αμφισβητούν τις βολικές τους βεβαιότητες. Όταν σταματούν να αναπαράγουν
πρόχειρες ερμηνείες. Όταν δίνουν χώρο στους ανθρώπους να ορίζουν μόνοι την ταυτότητά
τους. Όταν καταλαβαίνουν ότι η κοινωνική συνοχή δεν χτίζεται με ομοιομορφία,
αλλά με δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και πραγματική δυνατότητα συμμετοχής. Μια μικρή
κοινωνία μπορεί να γίνει ασφυκτική όταν αντιμετωπίζει τη διαφορά ως παρέκκλιση.
Μπορεί όμως να γίνει και βαθιά ανθρώπινη όταν μάθει να μην εγκλωβίζει τον
άνθρωπο στην πρώτη εντύπωση, στο πρώτο σχόλιο, στην πιο εύκολη ερμηνεία.
Το πιο ουσιαστικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι ταμπέλες υπάρχουν.
Υπάρχουν και συχνά αναπαράγονται χωρίς πολλή σκέψη. Το ερώτημα είναι αν έχουμε
το θάρρος να τις σπάσουμε. Αν είμαστε διατεθειμένοι να δούμε τον άνθρωπο πίσω
από αυτό που λέγεται γι’ αυτόν. Αν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι σε κάθε
κοινωνία υπάρχουν άνθρωποι που δεν χρειάζονται άλλη μία εξήγηση για το ποιοι είναι,
αλλά μια πραγματική ευκαιρία να μην καθορίζονται διαρκώς από το βλέμμα των
άλλων.
Στο τέλος, μια κοινότητα δεν αποκαλύπτει τον πολιτισμό της από το πόσο εύκολα μιλά για σεβασμό, αλλά από το πόσο δύσκολα επιμένει να μειώνει τον άνθρωπο σε μία λέξη. Και ίσως αυτή να είναι μια από τις πιο κρίσιμες μορφές κοινωνικής ωριμότητας: να πάψουμε να μετατρέπουμε τη φήμη σε ταυτότητα και να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από όσα ακούστηκαν ποτέ γι’ αυτόν.
Εύα Πανταζή - Well Grow


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου